Η εξοχική κατοικία χωροθετείται σε πλαγιά, στην καρδιά της κρητικής γης, στις νότιες ακτές του Ρεθύμνου, νοτιοδυτικά του οικισμού των Σελλίων, με ανεμπόδιστη θέα στο Νότιο Κρητικό Πέλαγος.
Το τοπίο, πυκνά καλυμμένο από ελαιώνες, υπαγορεύει μια σχεδόν δωρική ογκοπλασία, με στόχο την όσο το δυνατόν διακριτικότερη ένταξη του κτίσματος στο φυσικό περιβάλλον. Με αυτή τη σχεδιαστική αφετηρία, η κατοικία περιορίζεται στους απολύτως απαραίτητους χώρους για την εξυπηρέτηση των αναγκών μιας οικογένειας και αναπτύσσεται σε ένα ισόγειο κτίσμα επιφάνειας περίπου 70 τ.μ., που περιλαμβάνει δύο υπνοδωμάτια, ένα λουτρό και έναν ενιαίο χώρο διημέρευσης με κουζίνα.
Η γραμμική, παρατακτική οργάνωση της κάτοψης εξασφαλίζει την απρόσκοπτη θέα προς τον ορίζοντα από όλους τους χώρους, ενώ παράλληλα ενισχύει τον νότιο προσανατολισμό και την εξωστρέφεια της κατοικίας, σε σαφή αντίθεση με τη συμπαγή, αυστηρή όψη προς τον βορρά. Στο νοτιοδυτικό τμήμα του ενιαίου κτιριακού όγκου, οι δραστηριότητες της κουζίνας και του καθιστικού συνυπάρχουν σε ένα περιορισμένο, αλλά ιδιαίτερα αποδοτικό χωρικό πλαίσιο, όπου η λειτουργικότητα συνδυάζεται με την αίσθηση της χωρικής συνέχειας.
Η εκτεταμένη χρήση μεγάλων υαλοστασίων, τόσο στο εξωτερικό κέλυφος όσο και στο εσωτερικό της κατοικίας —με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον όγκο του λουτρού— αναδεικνύει το φυσικό φως σε βασικό συνθετικό και σχεδιαστικό εργαλείο. Το φως διαχέεται στους εσωτερικούς χώρους, ενισχύοντας τη λειτουργικότητά τους και διαμορφώνοντας μια βιωματική σχέση ανάμεσα στον χρήστη, την αρχιτεκτονική και το τοπίο.
Καθοριστικό στοιχείο της σύνθεσης αποτελεί, επίσης, η σχέση μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού χώρου. Οι υπαίθριες επιφάνειες δεν αντιμετωπίζονται ως συμπληρωματικές προσθήκες, αλλά ως οργανική συνέχεια της κατοίκησης. Στο πλαίσιο αυτού του διαλόγου, ξύλινες πέργκολες με καλαμωτή προσαρτώνται στη νότια και την ανατολική όψη, προσφέροντας σκίαση και διαμορφώνοντας προστατευμένες υπαίθριες ζώνες που διευρύνουν τα όρια της καθημερινής ζωής προς το φυσικό περιβάλλον.
Η πέτρα, το ξύλο, οι φυσικές υφές και οι γήινες αποχρώσεις συνθέτουν μια λιτή και ζεστή υλικότητα, η οποία επιδιώκει να παραμένει διακριτική. Η αρχιτεκτονική δεν επιδιώκει να κυριαρχήσει, αλλά να αναδείξει τα στοιχεία που συγκροτούν την ταυτότητα του τόπου: το πράσινο των ελαιώνων, το φυσικό φως και τον ανοιχτό ορίζοντα.
Μέσα από την καθαρότητα της κάτοψης, την οικονομία της ογκοπλασίας, τα μεγάλα ανοίγματα και την αδιάλειπτη σύνδεση με το τοπίο, η κατοικία διαμορφώνει μια ήπια αρχιτεκτονική παρουσία, που δεν ανταγωνίζεται το φυσικό της περιβάλλον, αλλά ενσωματώνεται σε αυτό. Ένα έργο που αναδεικνύει την ουσία της κατοίκησης μέσα από την απλότητα, την επαφή με τη φύση και τη βιωματική εμπειρία του τόπου.